Το Πράσινο Νησί του Καλοκαιριού
Νύχτα του Σόουιν, 500 π.Κ.Ε. Η Άρτις ξύπνησε κουρνιασμένη στην πρύμνη της βάρκας της. Τα τελευταία πράγματα που θυμόταν ήταν η παγωνιά και οι ανίκητοι άνεμοι του ωκεανού, το πανί που σκίστηκε και το κατάρτι που έσπασε σαν κλαράκι στην καταιγίδα. Τα μάλλινα ρούχα και η γούνα της είχαν γίνει μούσκεμα και το σώμα της είχε αρχίσει να κοκκαλώνει και να νεκρώνει ανεπανόρθωτα. Είχε χωθεί στην πρύμνη, κάτω από τα σχοινιά, παραιτημένη από κάθε προσπάθεια να ζήσει. Είχε παλέψει ξανά σα λυσσασμένο ζώο· και, όπως αμέτρητες φορές στο παρελθόν, είχε ηττηθεί. Ανασηκώθηκε και απαλλάχθηκε από τα στεγνά ρούχα της, που την ίδρωναν κάτω από το ζεστό φως του ήλιου, πριν καν συνειδητοποιήσει ότι μπορούσε να κουνηθεί, ότι τα ρούχα ήταν στεγνά και ότι υπήρχε ζεστό, καλοκαιρινό φως. Πριν καν συνειδητοποιήσει ότι η βάρκα δεν παρασυρόταν πια από τα αιώνια κύματα και είχε προσαράξει σε μια λαμπερή, λευκή αμμουδιά· και μπροστά στα μάτια της, απλωνόταν ένα παραμυθένιο, καταπράσινο ν...