Μπεν Νέβις

 Νύχτα του Σόουιν, 102 π.Κ.Ε.

    Η Μπρούντα ξετύλιξε τη γούνα από τους ώμους της και την τράβηξε αρκετά, για να σκεπάσει το μικρό ζώο που βρισκόταν κουρνιασμένο στην αγκαλιά της. Το Μπεν Νέβις είχε ήδη κρυφτεί σχεδόν ολόκληρο μέσα στις παγωμένες ομίχλες και τη σιωπή του επερχόμενου χειμώνα. Το κορίτσι έχωσε το σώμα του ακόμα περισσότερο ανάμεσα στις κρύες πέτρες για να προστατευτεί από τον καιρό και ευχήθηκε ξανά, να καταλάβαινε γρήγορα κάποιος ότι έλειπε από τη γιορτή και να ερχόταν να την πάρει από εκεί, πριν ανοίξουν οι πύλες του Αλλόκοσμου και την κλέψουν τα πλάσματα που θα πετάγονταν από ‘κει μέσα.
«Αν είναι δυνατόν, τι κάνεις εδώ πέρα μικρή;»
    Η σαγρή φωνή την έκανε να τιναχτεί από τον ύπνο της. Είχε κοιμηθεί ή αργοπέθαινε, εκτεθειμμένη και απροστάτευτη;
«Μαμά;»
«Ποια μαμά; Σε άφησε η μάνα σου να έρθεις εδώ πάνω στο βουνό, μόνη;»
«Όχι, όχι...» η Μπρούντα έτριψε τα μάτια της και ανατρίχιασε ολόκληρη από το κρύο. «Η μαμά μου είναι νεκρή.»
«Η Ιερή Φλόγα για τους νεκρούς σας είναι αναμμένη αλλού, μικρή.»
«Το ξέρω, είναι κάτω από το βουνό, αλλά... χάθηκα.»
«Πώς χάθηκες;»
«Ακολούθησα την αλεπού γιατί νόμιζα πως ήταν η μαμά μου, που της άρεσαν πολύ οι αλεπούδες και δεν τις σκότωνε ποτέ για τη γούνα τους. Και χάθηκα.»
«Και δε σε ψάχνει κανείς;»
«Δεν ξέρω. Αλλά με βρήκατε εσείς. Να έρθω μαζί σας, πάτε τώρα στη γιορτή;»
«Άκου χαζομάρες, πάω στη γιορτή λέει... δεν πλησιάζω τους Δρυίδες εγώ.»
«Και τότε τι κάνετε κι εσείς εδώ πάνω;» ρώτησε η Μπρούντα και σήκωσε επιτέλους το παγωμένο της κεφάλι για να κοιτάξει τη γυναίκα που της μιλούσε.
    Ήταν πολύ ψηλή και μεγαλόσωμη. Φορούσε μια κάπα με κουκούλα, αλλά είχε πολλά και κατάλευκα, μακριά μαλλιά, που ξεχύνονταν σα λαμπερό φεγγαρόφως από το σκούρο ύφασμα και σέρνονταν στο έδαφος γύρω της. Κρατούσε μια μακριά μαγκούρα στο ένα της χέρι – αλλά, φαινόταν του κοριτσιού, σίγουρα από την ταλαιπωρία και την πείνα και τη νύχτα της, ότι ίσως να ήταν και μεγάλο σφυρί. Είχε μόνο ένα μάτι που έμοιαζε με κρυστάλλινη, χειμωνιάτικη λίμνη, μεγάλο και καταγάλανο· το άλλο φαινόταν να έχει χαθεί για πάντα, κάτω από το ζαρωμένο δέρμα της κόγχης. Η Μπρούντα γούρλωσε τα δικά της μάτια για μια στιγμή· λίγο από το θέαμα της εντυπωσιακής γυναίκας, λίγο από κάποια συνειδητοποίηση για την ταυτότητά της· που όμως ήταν ακόμα χωμένη στα βάθη του κουρασμένου, παιδικού μυαλού της. 
«Εμένα εδώ είναι τα μέρη μου, μικρή. Έχω τον θρόνο μου εδώ παραπάνω.»
«Τον θρόνο σας;»
«Ναι, μεγάλη ιστορία. Αλλά, πράγματι θα κατέβω το βουνό για λίγο· έχω λίγη ώρα μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές σας και να ταξιδέψω στο Κορυβρέκαν, για να πλύνω το ύφασμά μου.»
«Και πού θα πάτε; Να έρθω μαζί σας τελικά;»
«Θα πάω μέχρι τη λίμνη Νες, να δω την παλιά μου βοηθό, τη Νέσσα.»
«Τη Νέσσα; Το πνεύμα που βγαίνει από τη λίμνη;»
«Ναι, την ξέρεις;»
«Η μαμά μου την είχε δει κάποτε. Εγώ όχι.»
«Καλό κορίτσι η Νέσσα. Δεν ήταν και πολύ καλή στη δουλειά της, ίσως και να ήταν πολύ φοβισμένη από τις ευθύνες. Πρέπει να παραδεχτώ βέβαια, πως δεν είναι εύκολο να βγάζεις και να βάζεις τις πέτρες στα πηγάδια του βουνού, ακόμα και για εμένα. Ναι, καλό κορίτσι, τέλος πάντων... αλλά έκανε ανοησία και εγώ δεν είχα και πολύ υπομονή· ξεχύθηκαν τα νερά, χαμός ολόγυρα, δε μου άρεσε καθόλου, καταλαβαίνεις. Την καταδίκασα μέσα στα νερά που έτρεχαν, αλλά μετά φτιάχτηκε η λίμνη και ήταν πολύ όμορφη, είναι πολύ όμορφη λίμνη, δε συμφωνείς;»
«Ναι, νομίζω ναι.»
«Μάλλον δεν της άξιζε τόσο βαριά τιμωρία· αλλά δεν είχα πολύ υπομονή εκείνη τη μέρα. Τέλος πάντων, τι να κάνεις... την επισκέπτομαι όσο μπορώ.»
«Νομίζω, καλά κάνετε. Να μην είναι μόνη της.»
«Καλά τα λες. Γενικά, εσείς τα παιδιά τα λέτε πολύ καλά.»
«Ευχαριστώ...;»
«Έλα, άντε· μπορείς να έρθεις μαζί μου. Θα σε αφήσω στους πρόποδες, να βρεις τους άλλους ανθρώπους. Αλλά τη νεκρή αλεπού στην αγκαλιά σου, θα πρέπει να την αφήσεις εδώ.»
«Νεκρή; Είναι στ’αλήθεια νεκρή;» μονολόγησε η Μπρούντα και η φωνή της έσπασε, τα μάτια της γέμισαν παγωμένα δάκρυα.
«Ναι. Ήταν πολύ άρρωστη και δε θα άντεχε με τέτοιον καιρό, ούτως ή άλλως. Τουλάχιστον δεν την άφησες να πεθάνει μόνη, κάτι είναι κι αυτό.»
«Θέλω να την πάρω μαζί μου, να τη θάψω κοντά μου, στο σπίτι.»
«Αποκλείεται. Πέθανε εδώ και είναι δική μου πια.»
«Μα πώς είναι δική σας; Οι αλεπούδες δεν είναι κανενός.»
«Άρα, ούτε και δική σου είναι. Άστη να θαφτεί και να σαπίσει στο χιόνι, όπως πρέπει. Θα τη μαζέψω εγώ μετά.»
«Όχι, θα την πάρω σπίτι. Θα τη φροντίσω.»
«Αφού σου λέω, θα τη φροντίσω εγώ.»
«Και ποια είστε εσείς που θα τη φροντίσετε; Εγώ την είχα στην αγκαλιά μου από το απόγευμα!»
«Κι εγώ θα την έχω στην αγκαλιά μου για πάντα, από’δω και πέρα. Τα κόκκαλά της θα επιστρέψουν στα κόκκαλά μου, όπως πρέπει.»

***

Η Μόρβεν σήκωσε δειλά το χέρι της.
«Ναι, είμαι η Μητέρα των Οστών, όπως είμαι η Μητέρα των Πάντων» είπε κοφτά η ηλικιωμένη απέναντί της.
Η Μόρβεν σήκωσε και τον αντίχειρά της, ικανοποιημένη από την απάντηση.
Χωρίς να πει λέξη.
Η ηλικιωμένη χαμογέλασε αυτάρεσκα και συνέχισε.

***

    Η Μπρούντα άρχισε να κλαίει χαμηλόφωνα.
«Γιατί να πεθάνει;» μουρμούριζε ανάμεσα σε πνιχτά αναφιλητά. «Γιατί να είναι χειμώνας; Γιατί να μην είναι πάντα καλοκαίρι και όλες οι αλεπούδες να ζούσαν;»
«Αχ, καλοκαίρι... τι ιστορία μου θύμισες τώρα. Θες να ακούσεις μια ιστορία, όσο θα κατεβαίνουμε το βουνό;»
«Όχι, θέλω να ζούσε η αλεπού!» έβγαλε έναν λυγμό η Μπρούντα. «Και θέλω να την πάρω μαζί μου και να την έχω κοντά μου!»
«Κρίμα. Αυτό δε μπορεί να γίνει. Θα την αφήσεις εδώ και θα την πάρω εγώ και εγώ είμαι παντού και πάντα, άρα δεν υπάρχει πρόβλημα. Έλα να σου πω την ιστορία.»
«Όχι, δε θέλω!» η Μπρούντα σηκώθηκε από τις πέτρες και προσπάθησε να τρέξει.
Κανείς δεν την άρπαξε και κανείς δεν την τράβηξε ούτε την έσπρωξε. Κι όμως, το μικρό κορίτσι κάπως βρέθηκε χωμένο στον κόρφο της μεγαλόσωμης γυναίκας, ανήμπορο να κουνηθεί. Το μεγάλο, γαλάζιο μάτι την κοίταξε ενθουσιασμένο από ψηλά.
«Η αλεπού σου δεν πονάει πια.»
«Δε θέλω να την αφήσω μόνη!»
«Μα δεν είναι μόνη. Είναι ήδη μαζί μου. Και σου υπόσχομαι πως θα μαζέψω τα κόκκαλά της πρώτα πρώτα, πριν απ’όλα τα άλλα ζώα που θα χαθούν και αυτόν τον χειμώνα. Ποιο άλλο κορίτσι εκτός από εσένα, μπορεί να περηφανεύεται ότι πήρε και ιστορία και υπόσχεση από εμένα;» είπε μαλακά η γυναίκα και σχεδόν φίλησε το μέτωπο της Μπρούντα.
«Είναι πολύ όμορφη ιστορία; Να ξεκινήσω;»
«Όχι» απάντησε μουτρωμένα η μικρή.
«Χα! Πολύ με διασκεδάζεις!» φώναξε η γυναίκα και γέλασε σαν κελαρυστή πηγή.
Το γέλιο της αντήχησε σε όλο το βουνό.
Και ο χρόνος κλείδωσε γύρω τους.


συνεχίζεται

Comments

Popular posts from this blog

Η Επανάσταση της Τσαγιέρας: Κεφάλαιο 20

Κάλιαχ

The Silent Suppers: The First