Κάλιαχ
Νύχτα του Σόουιν, Σκωτία, 2025 Κ.Ε.
Η Μόρβεν σήκωσε τον γιακά του παλτού της μέχρι πάνω από τη μύτη και τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά στην παχιά κουβέρτα που είχε φέρει μαζί της. Η νύχτα είχε μόλις πέσει πάνω από το θρυλικό πεδίο μάχης του Καλλόντεν, σκοτεινή και επώδυνη. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να γεμίζει αργά· η λεπτή, λαμπερή λωρίδα στο δεξί του μέρος – κατά την τέταρτη μέρα της φάσης του Άυξοντος Μηνίσκου – το κρατούσε ακόμα στο 13% της φωτεινότητάς του. Η υγρασία βρισκόταν στο 67% και ο άνεμος έπιασε τα 4 μποφόρ σχεδόν αμέσως μετά τη δύση. Τα κόκκαλά της διαμαρτύρονταν έντονα εδώ και λίγη ώρα· κι ας ήταν ολόκληρη κουκουλωμένη σαν κρεμμύδι. Οι υπόλοιποι της παρέας χόρευαν και τραγουδούσαν χαμηλόφωνα, μερικές δεκάδες μέτρα μακριά της· οι εκτυφλωτικοί φακοί των κινητών τους έμοιαζαν με σπινταρισμένες πυγολαμπίδες.
Κι άλλες παρέες ήταν σκορπισμένες στον τεράστιο, ανοιχτό χώρο. Κάποιοι περπατούσαν, άλλοι κάθονταν και παρατηρούσαν τα αστέρια, σιγομιλώντας με αυτόν τον τόνο μεταξύ ψιθύρου και κανονικής φωνής, αυτόν που νομίζεις πως δεν ακούει κανείς, μα που τρυπάει σα βελόνα ακόμα και τα μακρινά αυτιά. Μερικοί προσπαθούσαν ακόμα να βρουν σημεία να κρυφτούν από τους φύλακες, κι ας υπέθεταν όλοι πως θα τους έπαιρναν χαμπάρι σύντομα.
Η Μόρβεν ήξερε πως τους είχαν ήδη καταλάβει και προφανώς τους είχαν χαρίσει αυτή τη λίγη ώρα δήθεν επιτυχημένης σκανταλιάς· και ίσως και να τους χάριζαν καμιά ώρα ακόμα, λόγω της ιδιαιτερότητας της νύχτας. Μα αργά ή γρήγορα, θα έρχονταν και θα τους έβρισκαν και θα τους έδιωχναν όλους· για να βυθιστεί και πάλι το Καλλόντεν στη στοιχειωμένη του σιωπή, προστατευμένο έστω και για λίγο, μέχρι το επόμενο πρωί, από τους ζωντανούς που περιφέρονταν εκστασιασμένοι στα ματωμένα χώματά του.
«Αλήθεια, περιμένετε να δείτε φαντάσματα απόψε;»
Η ηλικιωμένη, γυναικεία φωνή στ’αριστερά της την τρόμαξε, όχι γιατί δεν άκουγε άλλες φωνές γύρω της μα γιατί ήρθε από πολύ κοντά· και η Μόρβεν δεν είχε ακούσει κανέναν να πλησιάζει. Ξετύλιξε λίγο το κασκόλ της και ξεσκέπασε τα αυτιά της, γυρίζοντας παράλληλα προς τη γυναίκα.
«Είναι το Σόουιν. Και είμαστε στο Καλλόντεν» απάντησε εύθυμα. «Μια τέτοια νύχτα, αν δε δεις φαντάσματα εδώ, πού θα τα δεις;»
Η γυναίκα καθόταν σ’έναν βράχο. Φορούσε ένα μακρύ παλτό, σαν κάπα με κουκούλα και στηριζόταν σ’ένα μπαστούνι. Είχε πολύ όμορφα, κατάλευκα, μακριά μαλλιά.
«Θέλετε έναν σκούφο; Έχουμε φέρει κανα-δυο επιπλέον μαζί μας και η κουκούλα σας δε νομίζω να συγκρατήσει το αποψινό κρύο και την υγρασία.»
«Όχι, όχι» απάντησε η γυναίκα, σα να της είχαν πει κάτι πολύ αστείο. «Αλλά σ’ευχαριστώ νεαρή μου.»
«Εσείς;»
«Τι εγώ;»
«Νομίζω κανείς μας δεν περιμένει να δει στ’αλήθεια φαντάσματα, αλλά έχει μια άλλη χάρη η αποψινή νύχτα σε αυτό το μέρος. Γι’αυτό δεν είστε κι εσείς εδώ;»
«Εγώ... εγώ είμαι εδώ για τον χειμώνα.»
Η έκφραση της Μόρβεν ζάρωσε.
«Μένετε εδώ κοντά; Έρχεστε κάθε χρόνο εδώ, σαν παράδοση;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Γιατί κοντεύουν ήδη να πέσουν τα αυτιά και η μύτη μου κι εσείς φαίνεστε πολύ άνετη στο λεπτό παλτουδάκι σας.»
Η γυναίκα γέλασε.
«Είμαι πράγματι πολύ άνετη με τον χειμώνα» είπε και άνοιξε την κάπα της, αποκαλύπτοντας ένα παραφουσκωμένο, μάλλινο ύφασμα δεμένο στον κόρφο της.
Τράβηξε μια πέτρα από μέσα.
«Μαζεύετε πέτρες;» ρώτησε η Μόρβεν, προσπαθώντας να ακουστεί ψύχραιμη, σίγουρη πια πως έπρεπε σχεδόν να αναγκάσει την καημένη την ηλικιωμένη να φορέσει κάτι πιο ζεστό.
«Όχι, αυτές είναι δικές μου. Δεν τις μαζεύω, τις απλώνω» απάντησε η γυναίκα και άφησε την πέτρα να πέσει μαλακά στο έδαφος.
Την ίδια στιγμή, από κάπου μακριά, ήρθε μια δυνατή βροντή.
Η Μόρβεν ανατρίχιασε.
Ένας μεγαλόσωμος, σκουρόχρωμος σκύλος βγήκε από τα δέντρα πίσω τους και έκατσε μερικά βήματα πίσω από τη γυναίκα.
«Α, μη φοβάσαι, είναι δικός μου αυτός.»
«Σας ακολουθεί παντού;»
«Με πάει παντού. Είναι ο μόνος λύκος που με αντέχει στη ράχη του.»
«Λύκος;» μονολόγησε διστακτικά η Μόρβεν, κοιτώντας πλάγια τους φίλους της και τους υπόλοιπους γύρω τους.
«Δε δαγκώνει, μη φοβάσαι.»
«Όχι βέβαια, ό,τι πείτε. Και, τελικά, δε μου είπατε· μένετε εδώ κοντά;» επανέλαβε, ψάχνοντας διακριτικά μήπως εντόπιζε κάποιον φύλακα.
«Τώρα θα μένω παντού. Με τον χειμώνα εννοώ.»
«Α, μάλιστα.»
Η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε επίμονα. Η Μόρβεν είδε το ένα της μάτι να λάμπει καταγάλανο και το άλλο γαλακτερό, σα να μη λειτουργούσε.
«Καταρράκτης;» ρώτησε δείχνοντας με το γαντοφορεμένο της χέρι. «Σας ταλαιπωρεί;»
Η γυναίκα φάνηκε να αναρωτιέται.
«Α, το μάτι μου εννοείς. Μμμ, κάποιοι λένε πως δεν πρόσεχα με το ραβδί μου. Άλλοι λένε πως έχει σχέση με τους Φομόριους.»
«Τους Φομόριους;»
«Ναι.»
«Τους αρχαίους ημίθεους;»
«Ξέρεις κι άλλους με αυτό το όνομα;»
«Μάλιστα. Κι εσείς τι λέτε;»
«Εγώ λέω πως ήρθε η ώρα να φύγουμε. Οι φύλακες θα έρθουν σε λίγο. Έχετε αναστατώσει πολύ τους νεκρούς με αυτά τα αβάσταχτα φώτα και τα χοροπηδητά σας» είπε η γυναίκα και πέταξε μια μεγαλύτερη πέτρα από τον αυτοσχέδιο μάρσιππό της.
Κι άλλη βροντή. Πιο δυνατή. Πιο κοντά.
«Θα έρθει και βροχή σε λίγο» μουρμούρισε η Μόρβεν. «Θα προλάβετε να πάτε σπίτι σας; Θέλετε να σας πάμε με το αυτοκίνητο;»
«Πρέπει να μαζέψω το κοπάδι και να ξεκινήσουμε για το Κορυβρέκαν.»
«Κοπάδι;»
«Τα ελάφια. Θα μας πάρει μερικές εβδομάδες να φτάσουμε, ο λύκος σταματάει συχνά για κυνήγι.»
«Γιατί να πάτε στο Κορυβρέκαν;» ρώτησε η Μόρβεν, προσπαθώντας να βρει το κινητό της μέσα στις τσέπες της για να καλέσει ασθενοφόρο, να βοηθήσουν τη γυναίκα.
«Πρέπει να πλύνω το ύφασμά μου στη Δίνη.»
«Χα!» προσποιήθηκε την ενθουσιασμένη. «Και η Κάλιαχ πλένει εκεί το ύφασμά της, για να έρθουν τα χιόνια. Ίσως συναντηθείτε.»
Η γυναίκα την κοίταξε, κάπως ενοχλημένη.
«Ακόμα και για εμένα, νεαρή μου, θα ήταν αδύνατον να συναντηθώ με τον εαυτό μου.»
Η Μόρβεν κάγχασε αμήχανα, ψάχνοντας ακόμα το κινητό της.
Η παρέα της δε φαινόταν να θέλουν να επιστρέψουν και να τη βοηθήσουν.
«Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, έχω μια ωραία ιστορία, για μια από τις φορές που έπλυνα το ύφασμά μου στο Κορυβρέκαν. Ήταν τον χειμώνα μετά τη μάχη του Καλλόντεν.»
«Δεν είπατε ότι πρέπει να φύγουμε; Δεν έχουμε χρόνο για ιστορίες.»
Η Μόρβεν σήκωσε τον γιακά του παλτού της μέχρι πάνω από τη μύτη και τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά στην παχιά κουβέρτα που είχε φέρει μαζί της. Η νύχτα είχε μόλις πέσει πάνω από το θρυλικό πεδίο μάχης του Καλλόντεν, σκοτεινή και επώδυνη. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να γεμίζει αργά· η λεπτή, λαμπερή λωρίδα στο δεξί του μέρος – κατά την τέταρτη μέρα της φάσης του Άυξοντος Μηνίσκου – το κρατούσε ακόμα στο 13% της φωτεινότητάς του. Η υγρασία βρισκόταν στο 67% και ο άνεμος έπιασε τα 4 μποφόρ σχεδόν αμέσως μετά τη δύση. Τα κόκκαλά της διαμαρτύρονταν έντονα εδώ και λίγη ώρα· κι ας ήταν ολόκληρη κουκουλωμένη σαν κρεμμύδι. Οι υπόλοιποι της παρέας χόρευαν και τραγουδούσαν χαμηλόφωνα, μερικές δεκάδες μέτρα μακριά της· οι εκτυφλωτικοί φακοί των κινητών τους έμοιαζαν με σπινταρισμένες πυγολαμπίδες.
Κι άλλες παρέες ήταν σκορπισμένες στον τεράστιο, ανοιχτό χώρο. Κάποιοι περπατούσαν, άλλοι κάθονταν και παρατηρούσαν τα αστέρια, σιγομιλώντας με αυτόν τον τόνο μεταξύ ψιθύρου και κανονικής φωνής, αυτόν που νομίζεις πως δεν ακούει κανείς, μα που τρυπάει σα βελόνα ακόμα και τα μακρινά αυτιά. Μερικοί προσπαθούσαν ακόμα να βρουν σημεία να κρυφτούν από τους φύλακες, κι ας υπέθεταν όλοι πως θα τους έπαιρναν χαμπάρι σύντομα.
Η Μόρβεν ήξερε πως τους είχαν ήδη καταλάβει και προφανώς τους είχαν χαρίσει αυτή τη λίγη ώρα δήθεν επιτυχημένης σκανταλιάς· και ίσως και να τους χάριζαν καμιά ώρα ακόμα, λόγω της ιδιαιτερότητας της νύχτας. Μα αργά ή γρήγορα, θα έρχονταν και θα τους έβρισκαν και θα τους έδιωχναν όλους· για να βυθιστεί και πάλι το Καλλόντεν στη στοιχειωμένη του σιωπή, προστατευμένο έστω και για λίγο, μέχρι το επόμενο πρωί, από τους ζωντανούς που περιφέρονταν εκστασιασμένοι στα ματωμένα χώματά του.
«Αλήθεια, περιμένετε να δείτε φαντάσματα απόψε;»
Η ηλικιωμένη, γυναικεία φωνή στ’αριστερά της την τρόμαξε, όχι γιατί δεν άκουγε άλλες φωνές γύρω της μα γιατί ήρθε από πολύ κοντά· και η Μόρβεν δεν είχε ακούσει κανέναν να πλησιάζει. Ξετύλιξε λίγο το κασκόλ της και ξεσκέπασε τα αυτιά της, γυρίζοντας παράλληλα προς τη γυναίκα.
«Είναι το Σόουιν. Και είμαστε στο Καλλόντεν» απάντησε εύθυμα. «Μια τέτοια νύχτα, αν δε δεις φαντάσματα εδώ, πού θα τα δεις;»
Η γυναίκα καθόταν σ’έναν βράχο. Φορούσε ένα μακρύ παλτό, σαν κάπα με κουκούλα και στηριζόταν σ’ένα μπαστούνι. Είχε πολύ όμορφα, κατάλευκα, μακριά μαλλιά.
«Θέλετε έναν σκούφο; Έχουμε φέρει κανα-δυο επιπλέον μαζί μας και η κουκούλα σας δε νομίζω να συγκρατήσει το αποψινό κρύο και την υγρασία.»
«Όχι, όχι» απάντησε η γυναίκα, σα να της είχαν πει κάτι πολύ αστείο. «Αλλά σ’ευχαριστώ νεαρή μου.»
«Εσείς;»
«Τι εγώ;»
«Νομίζω κανείς μας δεν περιμένει να δει στ’αλήθεια φαντάσματα, αλλά έχει μια άλλη χάρη η αποψινή νύχτα σε αυτό το μέρος. Γι’αυτό δεν είστε κι εσείς εδώ;»
«Εγώ... εγώ είμαι εδώ για τον χειμώνα.»
Η έκφραση της Μόρβεν ζάρωσε.
«Μένετε εδώ κοντά; Έρχεστε κάθε χρόνο εδώ, σαν παράδοση;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Γιατί κοντεύουν ήδη να πέσουν τα αυτιά και η μύτη μου κι εσείς φαίνεστε πολύ άνετη στο λεπτό παλτουδάκι σας.»
Η γυναίκα γέλασε.
«Είμαι πράγματι πολύ άνετη με τον χειμώνα» είπε και άνοιξε την κάπα της, αποκαλύπτοντας ένα παραφουσκωμένο, μάλλινο ύφασμα δεμένο στον κόρφο της.
Τράβηξε μια πέτρα από μέσα.
«Μαζεύετε πέτρες;» ρώτησε η Μόρβεν, προσπαθώντας να ακουστεί ψύχραιμη, σίγουρη πια πως έπρεπε σχεδόν να αναγκάσει την καημένη την ηλικιωμένη να φορέσει κάτι πιο ζεστό.
«Όχι, αυτές είναι δικές μου. Δεν τις μαζεύω, τις απλώνω» απάντησε η γυναίκα και άφησε την πέτρα να πέσει μαλακά στο έδαφος.
Την ίδια στιγμή, από κάπου μακριά, ήρθε μια δυνατή βροντή.
Η Μόρβεν ανατρίχιασε.
Ένας μεγαλόσωμος, σκουρόχρωμος σκύλος βγήκε από τα δέντρα πίσω τους και έκατσε μερικά βήματα πίσω από τη γυναίκα.
«Α, μη φοβάσαι, είναι δικός μου αυτός.»
«Σας ακολουθεί παντού;»
«Με πάει παντού. Είναι ο μόνος λύκος που με αντέχει στη ράχη του.»
«Λύκος;» μονολόγησε διστακτικά η Μόρβεν, κοιτώντας πλάγια τους φίλους της και τους υπόλοιπους γύρω τους.
«Δε δαγκώνει, μη φοβάσαι.»
«Όχι βέβαια, ό,τι πείτε. Και, τελικά, δε μου είπατε· μένετε εδώ κοντά;» επανέλαβε, ψάχνοντας διακριτικά μήπως εντόπιζε κάποιον φύλακα.
«Τώρα θα μένω παντού. Με τον χειμώνα εννοώ.»
«Α, μάλιστα.»
Η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε επίμονα. Η Μόρβεν είδε το ένα της μάτι να λάμπει καταγάλανο και το άλλο γαλακτερό, σα να μη λειτουργούσε.
«Καταρράκτης;» ρώτησε δείχνοντας με το γαντοφορεμένο της χέρι. «Σας ταλαιπωρεί;»
Η γυναίκα φάνηκε να αναρωτιέται.
«Α, το μάτι μου εννοείς. Μμμ, κάποιοι λένε πως δεν πρόσεχα με το ραβδί μου. Άλλοι λένε πως έχει σχέση με τους Φομόριους.»
«Τους Φομόριους;»
«Ναι.»
«Τους αρχαίους ημίθεους;»
«Ξέρεις κι άλλους με αυτό το όνομα;»
«Μάλιστα. Κι εσείς τι λέτε;»
«Εγώ λέω πως ήρθε η ώρα να φύγουμε. Οι φύλακες θα έρθουν σε λίγο. Έχετε αναστατώσει πολύ τους νεκρούς με αυτά τα αβάσταχτα φώτα και τα χοροπηδητά σας» είπε η γυναίκα και πέταξε μια μεγαλύτερη πέτρα από τον αυτοσχέδιο μάρσιππό της.
Κι άλλη βροντή. Πιο δυνατή. Πιο κοντά.
«Θα έρθει και βροχή σε λίγο» μουρμούρισε η Μόρβεν. «Θα προλάβετε να πάτε σπίτι σας; Θέλετε να σας πάμε με το αυτοκίνητο;»
«Πρέπει να μαζέψω το κοπάδι και να ξεκινήσουμε για το Κορυβρέκαν.»
«Κοπάδι;»
«Τα ελάφια. Θα μας πάρει μερικές εβδομάδες να φτάσουμε, ο λύκος σταματάει συχνά για κυνήγι.»
«Γιατί να πάτε στο Κορυβρέκαν;» ρώτησε η Μόρβεν, προσπαθώντας να βρει το κινητό της μέσα στις τσέπες της για να καλέσει ασθενοφόρο, να βοηθήσουν τη γυναίκα.
«Πρέπει να πλύνω το ύφασμά μου στη Δίνη.»
«Χα!» προσποιήθηκε την ενθουσιασμένη. «Και η Κάλιαχ πλένει εκεί το ύφασμά της, για να έρθουν τα χιόνια. Ίσως συναντηθείτε.»
Η γυναίκα την κοίταξε, κάπως ενοχλημένη.
«Ακόμα και για εμένα, νεαρή μου, θα ήταν αδύνατον να συναντηθώ με τον εαυτό μου.»
Η Μόρβεν κάγχασε αμήχανα, ψάχνοντας ακόμα το κινητό της.
Η παρέα της δε φαινόταν να θέλουν να επιστρέψουν και να τη βοηθήσουν.
«Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, έχω μια ωραία ιστορία, για μια από τις φορές που έπλυνα το ύφασμά μου στο Κορυβρέκαν. Ήταν τον χειμώνα μετά τη μάχη του Καλλόντεν.»
«Δεν είπατε ότι πρέπει να φύγουμε; Δεν έχουμε χρόνο για ιστορίες.»
«Πάντα υπάρχει χρόνος για ιστορίες. Θέλεις να ακούσεις μια ωραία ιστορία; Ε, Μόρβεν;»
Ο χρόνος πάγωσε. Ήταν σίγουρη πως, παρ’όλο που έβλεπε τον κόσμο να συνεχίζει να υπάρχει, να χορεύει και να ψιθυρίζει και να σιγοτραγουδά γύρω της, ο χρόνος είχε παγώσει στα ανάμεσα των γραμμάτων του ονόματός της, που η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έπρεπε να γνωρίζει.
Ο χρόνος πάγωσε. Ήταν σίγουρη πως, παρ’όλο που έβλεπε τον κόσμο να συνεχίζει να υπάρχει, να χορεύει και να ψιθυρίζει και να σιγοτραγουδά γύρω της, ο χρόνος είχε παγώσει στα ανάμεσα των γραμμάτων του ονόματός της, που η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έπρεπε να γνωρίζει.
συνεχίζεται
Comments
Post a Comment