Γκλεν Κάλιχ

Νύχτα του Σόουιν, 651 Κ.Ε.


    Η Ιόνα περπάτησε μόνη μέσα στο σκοτάδι για ώρες και ώρες, σέρνοντας τα βήματά της στο λασπωμένο χώμα της κοιλάδας Λίον. Το ποτάμι δίπλα της κυλούσε ορμητικό, φουσκωμένο από τις βροχές στο κατώφλι του χειμώνα. Τύλιγε και ξανατύλιγε τα ρούχα και τη γούνα γύρω από το σώμα της, προσπαθώντας να τα κρατήσει στεγνά και ζεστά. Έδενε και ξαναέδενε το σακί που γλιστρούσε από τους ώμους της, φορτωμένο με φαγητά και φυλαχτά.
    Λίγο μετά τη δύση και καθώς το σκοτάδι πύκνωνε και το κρύο δυνάμωνε, παγώνοντας τα δάχτυλα των ποδιών της, μπήκε στην εσώτερη κοιλάδα Κάλιχ. Το κατάλαβε αμέσως· ο καιρός μαλάκωσε σαν από θαύμα και μπορούσε τώρα να αποκαλύψει τελείως το πρόσωπό της, θαμμένο μέσα στο μάλλινο σάλι που είχε στριφογυρίσει σφιχτά πάνω της. Το λιγοστό φεγγάρι σα να έλαμψε καθαρότερο στον ουρανό και η παγωμένη ομίχλη γύρω της σα να καθάρισε σε μια στιγμή. Δεν της πήρε πολλή ώρα να βρει αυτό που έψαχνε.
    Είδε τις πέτρες από μακριά. Γυάλιζαν σαν πολύτιμα πετράδια μέσα στη νύχτα, περικυκλωμένες από πυγολαμπίδες και ελάφια, που έτρωγαν και τριγυρνούσαν αμέριμνα. Άνοιξε το βήμα της και χαμογέλασε, σέρνοντας τώρα το σακί της στο μαλακό, στεγνό έδαφος.
    Πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο, κοντοστάθηκε· κάποιος – μεγαλόσωμος και καλλυμένος με κάπα και κουκούλα – καθόταν δίπλα στις πέτρες, ανάμεσα στα ζώα. Η Ιόνα είδε λευκά, μακριά μαλλιά να ξεχύνονται από την κουκούλα και να σκεπάζουν το χώμα γύρω από τη σκοτεινή φιγούρα· και ένα μακρύ ραβδί, καρφωμένο στο έδαφος δίπλα της.
«Έλα, μη φοβάσαι!» φώναξε ξαφνικά ο κάποιος – μια γυναίκα· ακουγόνταν μεγάλη σε ηλικία.
«Δε-δε θέλω να ενοχλήσω!» φώναξε και η Ιόνα – τρέμοντας και πισωπατώντας, μην έχοντας ιδέα που αλλού θα πήγαινε τέτοια ώρα.
«Ποιον να ενοχλήσεις; Ούτε πνεύματα δεν έχει εδώ στο Γκλεν Κάλιχ, ακόμα και απόψε. Μόνο εμείς είμαστε. Έλα, κάτσε, τα ελάφια θα σε ζεστάνουν!»
    Η ιδέα της ζεστασιάς μετά από δυο μέρες πορείας στην ερημιά, αποδείχθηκε πολύ πιο δελεαστική από την ένταση του φόβου· και η Ιόνα σχεδόν έτρεξε τη λιγοστή απόσταση μέχρι τις πέτρες.
«Έχω φαί, θέλετε να φάτε κάτι;» ρώτησε λαχανιασμένη την ηλικιωμένη γυναίκα, τινάζοντας από πάνω της τη γούνα με ανακούφιση.
«Τι το έφερες το φαί εδώ πάνω; Νόμιζα, ήσουν περαστική.»
«Εεε, όχι. Σκόπευα να μείνω.»
«Μέχρι το πρωί!;»
«Περισσότερο.»
«Γιατί να μείνεις εδώ πάνω, παραπάνω από λίγη ώρα;» ρώτησε, ακόμα πιο έκπληκτη τώρα η γυναίκα· και γύρισε το κεφάλι της ρίχνοντας πίσω την κουκούλα της, για να δει καλύτερα την Ιόνα.
«Εσείς γιατί κάθεστε μόνη εδώ απόψε;» αντιρώτησε η νεαρή γυναίκα και παρατήρησε καλύτερα, με τη σειρά της, την ηλικιωμένη.
Ήταν πολύ όμορφη, παρά τα χρόνια της. Είχε ένα εντυπωσιακό γαλάζιο μάτι. Το άλλο έμοιαζε τραυματισμένο· το δέρμα είχε ζαρώσει σχεδόν ολοκληρωτικά γύρω από την κόγχη.

***


    «Τώρα εγώ υποθέτω πως το μάτι σας, που στην ιστορία ακούγεται απλά τραυματισμένο και όχι τελείως χαμένο, έχει κι αυτό τις διάφορες μορφές του, σωστά;» ρώτησε η Μόρβεν, έτοιμη να αρχίσει να τρέχει για να γλιτώσει από την οργή της γυναίκας.
Μα εκείνη απλά την κοίταξε, παραιτημένη.
«Δηλαδή, δε μπορώ στ’αλήθεια να ρωτήσω απολύτως τίποτα; Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνω και αυτό επηρρεάσει το πώς θα εκλάβω την ιστορία σας;»
«Θέλω να την εκλάβεις σιωπηλή.»
«Μάλιστα» απάντησε κοφτά η νεαρή γυναίκα και ξαναβυθίστηκε στην παχιά της κουβέρτα.

***


    «Εγώ... εγώ κάνω παρέα στον αγαπημένο μου.»
«Στον άντρα σας; Είναι εδώ γύρω, μαζί σας;»
«Είναι πάντα μαζί μου, μέσα μου. Αλλά αυτή τη στιγμή... είναι εκεί πάνω, στον λόφο.»
Η Ιόνα κοίταξε εκεί που της έδειξε η γυναίκα. Μια απροσδιόριστη, τεράστια μορφή στεκόταν στην κορφή· ακίνητη, τρομακτική.
«Δε-δε θέλει να έρθει να κάτσει μαζί σας;»
«Δε μπορεί.»
«Γιατί;»
«Εσύ γιατί είσαι εδώ τελικά;»
«Μεγάλη ιστορία.»
«Δε μπορείς να μείνεις εδώ, ξέρεις.»
«Δε θα ενοχλήσω κανέναν.»
«Δε θέλω νεκρούς κοντά στο σπίτι μου, Ιόνα.»
Η νεαρή κοκκάλωσε στη θέση της.
«Εδώ έρχομαι κάθε χρόνο για να γαληνέψω, πριν να φύγω για να φέρω τον χειμώνα. Και να δω ξανά, για λίγο κι από μακριά, τον Μπόταχ μου. Δε σε θέλω να σαπίσεις εδώ και να μου μαγαρίσεις το σπίτι μου.»
«Δεν...» η Ιόνα ψέλλισε και προσπάθησε να μείνει ψύχραιμη, κατανοώντας ποια ήταν στ’αλήθεια η γυναίκα δίπλα της.
«Είσαι μόνη και θρηνείς και το καταλαβαίνω. Αλλά δεν έπρεπε να έρθεις εδώ.»
«Δεν έχω πού αλλού να πάω.»
«Έχεις πολλά μέρη να πας. Ολόκληρη χώρα έχεις να περπατήσεις!»
«Τίποτα δεν έχει νόημα χωρίς τον Ντουν.»
«Τότε, πήγαινε να πεθάνεις αλλού. Πήγαινε να πεθάνεις σπίτι σου. Αν πεθάνεις εκεί που πέθανε κι εκείνος, ίσως και να έχετε τύχη και να καταφέρετε να βρεθείτε στον Αλλόκοσμο.»
«Δεν έχει έρθει κοντά μου από τότε που πέθανε. Καμία χρονιά.»
«Τότε, ναι. Ίσως να μην ξαναβρεθείτε ποτέ. Αλλά εγώ τι σου φταίω; Γιατί ήρθες εδώ να πεθάνεις;»
«Γιατί εδώ είναι το μόνο μέρος που θυμάμαι να μου δίνει έστω και λίγη χαρά πια.»
«Είσαι από αυτούς που έρχονται και πλένουν τις πέτρες της οικογένειάς μου;»
«Ερχόμουν κάθε χρόνο με τον Ντουν μου. Το λάτρευε αυτό το μέρος. Και είπα μήπως...»
«Μήπως τον έβλεπες εδώ απόψε, μια που είναι το Σόουιν;»
«Ναι.»
«Δε θα είναι εδώ. Κανείς δεν είναι εδώ.»
«Εκτός από τον Μπόταχ. Εσύ, Αρχαία Μητέρα...» η Ιόνα έσκυψε το βλέμμα της και έγειρε το σώμα της σε κάτι σαν υπόκλιση προς τη γυναίκα «... ίσως να μη με καταλαβαίνεις μια που έχεις ακόμα τον αγαπημένο σου.» 
    Η ηλικιωμένη αναστέναξε. Έβγαλε το Ραβδί της από το έδαφος και το χτύπησε μαλακά ξανά πάνω στο χώμα. Όλα τα χόρτα γύρω τους καλύφθηκαν στη στιγμή από μια λεπτή, παραμυθένια στρώση πάγου.
«Νομίζεις πως δε σε καταλαβαίνω, κορίτσι. Κι όμως ο Μπόταχ μου στέκεται πια εκεί, μακριά μου. Ανήμπορος να με πλησιάσει ξανά. Κι εγώ ανήμπορη να τον βοηθήσω.»
«Γιατί;»
«Γιατί ήρθαν οι ξένοι. Κι από Θεό στο πλάι μου, τον έκαναν φάντασμα και δαίμονα και κατεργάρικο πνεύμα.»
«Οι ξένοι; Οι χριστιανοί εννοείς;»
«Ζήλεψαν τη μεγαλοπρέπεια και την αγάπη του προς τους ανθρώπους και τα ζευγαρώματά τους Και τα έπιασαν στο στόμα τους και τα έχωσαν στις πιο σκοτεινές γωνιές και τους πιο τρομακτικούς εφιάλτες του μυαλού τους. Τον προσέβαλλαν και τον έβρισαν και τον ξεγέλασαν, ως αυθεντικοί κατεργάρηδες οι ίδιοι. Κι εκείνος υπέκυψε στα παιχνίδια τους και αφέθηκε να ζαρώσει και να φυλακιστεί στα ψεύτικα λόγια τους. Κι έχει μείνει πια εκεί, μέσα στις απάτητες σκιές, μαζί με τα πραγματικά δαιμόνια του Αλλόκοσμου. Μακριά μου. Για πάντα.»
«Δεν τα πιστεύουμε όλοι οι άνθρωποι αυτά, Αρχαία Μητέρα» είπε βιαστικά η Ιόνα και άνοιξε το σακί της. 
Έβγαλε από μέσα τα φυλαχτά της.
«Εδώ, τα βλέπεις; Για κάθε χρονιά που ερχόμουν εδώ με τον Ντουν μου. Για να σας τιμήσουμε. Και το Τι να Κάλιχ, το σπίτι σας εδώ υπάρχει ακόμα, δεν τολμάει να το πειράξει κανείς. Κι όλοι το κρατάμε μυστικό απ’όσους δεν πρέπει να το ξέρουν! Κοίτα πόσες ευλογίες έχουμε φτιάξει για εσάς, κοίτα! Σίγουρα θα έρθει η μέρα που θα είσαι πάλι αγκαλιά με τον Μπόταχ!»
    Η ηλικιωμένη πέρασε γρήγορα το βλέμμα της από τα αντικείμενα που κρατούσε περήφανα η Ιόνα. Πήρε στα χέρια της ένα κρεμαστό από μικρά οστά κάποιου ζώου και το περιεργάστηκε.
«Σ’ευχαριστώ. Από τι ζώο το φτιάξατε αυτό;
«Από το πτώμα μιας μικρής αλεπούς που βρήκαμε στον δρόμο μας, πριν πολλά χρόνια.»
«Θυμάμαι μια ιστορία με μια μικρή αλεπού. Αλλά δεν πρόκειται να μείνεις εδώ.»
«Μα όμως-»
«Δεν έχει μα και όμως.»
«Μα δε νοιάζεσαι καθόλου για το βασανιστήριό μου;»
«Εγώ δε νοιάζομαι; Τώρα δε σου είπα πόσο καλά σε καταλαβαίνω; Τώρα δε σου είπα πόσο νιώθω τη μοναξιά και τον πόνο σου;»
«Ο Μπόταχ δε θα με άφηνε να μείνω;»
«Πρόσεχε τα λόγια σου, κορίτσι.»
«Αν ήσουν ακόμα μαζί με τον αγαπημένο σου, δε θα με άφηνες να μείνω;»
«Όχι βέβαια.»
«Μα δε θέλω άλλο να ζήσω στον κόσμο.»
«Ανοησίες. Έφερες φαγητό μαζί σου.»
«Μόνο για λίγες μέρες.»
«Το έφερες για να έχεις να κρατηθείς ζωντανή, όσο θα σκεφτόσουν πώς θα ξαναγυρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Δε θέλεις να πεθάνεις. Θα φύγεις. Και θα ζήσεις. Όπως κι εγώ.»
«Μα υποφέρω.»
«Υπάρχουν αμέτρητοι άλλοι που υποφέρουν χειρότερα από εσένα. Θες να ακούσεις την ιστορία με τη μικρή αλεπού; Είναι πολύ ωραία.»
«Όχι.»
«Κρίμα...» είπε εύθυμα η γυναίκα και έστειλε ένα φιλί προς τον αγαπημένο της στην κορφή του λόφου. «Γιατί εγώ θα την πω ούτως ή άλλως.»
Τα ελάφια μαζεύτηκαν όλα και σχημάτισαν ένα τείχος γύρω τους.
Και ο χρόνος κλείδωσε γύρω τους.


συνεχίζεται


Comments

Popular posts from this blog

Η Επανάσταση της Τσαγιέρας: Κεφάλαιο 20

Κάλιαχ

The Silent Suppers: The First