Το Πράσινο Νησί του Καλοκαιριού
Νύχτα του Σόουιν, 500 π.Κ.Ε.
Η Άρτις ξύπνησε κουρνιασμένη στην πρύμνη της βάρκας της. Τα τελευταία πράγματα που θυμόταν ήταν η παγωνιά και οι ανίκητοι άνεμοι του ωκεανού, το πανί που σκίστηκε και το κατάρτι που έσπασε σαν κλαράκι στην καταιγίδα. Τα μάλλινα ρούχα και η γούνα της είχαν γίνει μούσκεμα και το σώμα της είχε αρχίσει να κοκκαλώνει και να νεκρώνει ανεπανόρθωτα. Είχε χωθεί στην πρύμνη, κάτω από τα σχοινιά, παραιτημένη από κάθε προσπάθεια να ζήσει. Είχε παλέψει ξανά σα λυσσασμένο ζώο· και, όπως αμέτρητες φορές στο παρελθόν, είχε ηττηθεί.
Ανασηκώθηκε και απαλλάχθηκε από τα στεγνά ρούχα της, που την ίδρωναν κάτω από το ζεστό φως του ήλιου, πριν καν συνειδητοποιήσει ότι μπορούσε να κουνηθεί, ότι τα ρούχα ήταν στεγνά και ότι υπήρχε ζεστό, καλοκαιρινό φως. Πριν καν συνειδητοποιήσει ότι η βάρκα δεν παρασυρόταν πια από τα αιώνια κύματα και είχε προσαράξει σε μια λαμπερή, λευκή αμμουδιά· και μπροστά στα μάτια της, απλωνόταν ένα παραμυθένιο, καταπράσινο νησί.
«Έλα, σήκω. Έφτιαξα το κατάρτι και το πανί σου και τώρα πρέπει να φύγεις.»
Η Άρτις γύρισε ζαλισμένη και κοίταξε τη γυναίκα που της μίλησε. Το μυαλό της είχε μόλις καταγράψει το παράλογο αυτού που έβλεπε γύρω της, σε σχέση με αυτό που άφησε πριν καταρρεύσει.
Ήταν ψηλή και μεγαλόσωμη – αφύσικα ψηλή και μεγαλόσωμη – και φορούσε μια σκούρα κάπα με κουκούλα, ριγμένη πίσω. Ένας χείμαρρος κατάλευκων μαλλιών σκέπαζε την πλάτη και το έδαφος γύρω της. Το δέρμα της είχε το γαλάζιο χρώμα του αρχαίου πάγου. Στα χέρια της κρατούσε ένα Ραβδί που – η Άρτις ήταν σίγουρη ότι τα μάτια συνέχιζαν να παίζουν παιχνίδια με το μυαλό της – έμοιαζε πού και πού με Σφυρί.
Η Άρτις ξύπνησε κουρνιασμένη στην πρύμνη της βάρκας της. Τα τελευταία πράγματα που θυμόταν ήταν η παγωνιά και οι ανίκητοι άνεμοι του ωκεανού, το πανί που σκίστηκε και το κατάρτι που έσπασε σαν κλαράκι στην καταιγίδα. Τα μάλλινα ρούχα και η γούνα της είχαν γίνει μούσκεμα και το σώμα της είχε αρχίσει να κοκκαλώνει και να νεκρώνει ανεπανόρθωτα. Είχε χωθεί στην πρύμνη, κάτω από τα σχοινιά, παραιτημένη από κάθε προσπάθεια να ζήσει. Είχε παλέψει ξανά σα λυσσασμένο ζώο· και, όπως αμέτρητες φορές στο παρελθόν, είχε ηττηθεί.
Ανασηκώθηκε και απαλλάχθηκε από τα στεγνά ρούχα της, που την ίδρωναν κάτω από το ζεστό φως του ήλιου, πριν καν συνειδητοποιήσει ότι μπορούσε να κουνηθεί, ότι τα ρούχα ήταν στεγνά και ότι υπήρχε ζεστό, καλοκαιρινό φως. Πριν καν συνειδητοποιήσει ότι η βάρκα δεν παρασυρόταν πια από τα αιώνια κύματα και είχε προσαράξει σε μια λαμπερή, λευκή αμμουδιά· και μπροστά στα μάτια της, απλωνόταν ένα παραμυθένιο, καταπράσινο νησί.
«Έλα, σήκω. Έφτιαξα το κατάρτι και το πανί σου και τώρα πρέπει να φύγεις.»
Η Άρτις γύρισε ζαλισμένη και κοίταξε τη γυναίκα που της μίλησε. Το μυαλό της είχε μόλις καταγράψει το παράλογο αυτού που έβλεπε γύρω της, σε σχέση με αυτό που άφησε πριν καταρρεύσει.
Ήταν ψηλή και μεγαλόσωμη – αφύσικα ψηλή και μεγαλόσωμη – και φορούσε μια σκούρα κάπα με κουκούλα, ριγμένη πίσω. Ένας χείμαρρος κατάλευκων μαλλιών σκέπαζε την πλάτη και το έδαφος γύρω της. Το δέρμα της είχε το γαλάζιο χρώμα του αρχαίου πάγου. Στα χέρια της κρατούσε ένα Ραβδί που – η Άρτις ήταν σίγουρη ότι τα μάτια συνέχιζαν να παίζουν παιχνίδια με το μυαλό της – έμοιαζε πού και πού με Σφυρί.
***
Η ηλικιωμένη σταμάτησε να μιλάει και έμεινε να κοιτάζεται, αμίλητη, με τη Μόρβεν.
«Πες, τελείωνε» είπε τελικά.
Η Μόρβεν πήρε ένα απορημένο ύφος, αλλά δε μίλησε.
«Είμαι σίγουρη ότι ήθελες να πεταχτείς και να πεις για το δέρμα μου, τώρα που το ανέφερα και το παρατήρησες καλύτερα μέσα στο σκοτάδι.»
Η Μόρβεν απλά κούνησε το κεφάλι της.
«Μίλα με λέξεις. Σου επιτρέπω, μόνο για τώρα.»
Η Μόρβεν άνοιξε το στόμα της και δίστασε για λίγο. Όμως-
«Απλά ήθελα να πω...» ξεστόμισε ανακουφισμένη, σα να της κρατούσε κάποιος εδώ και ώρα το στόμα κλειστό «... ότι το είχα παρατηρήσει από νωρίτερα.»
«Πφφφ και πώς το έπαθες και δεν πετάχτηκες να μου το πεις;»
«Νομίζω πως άρχισα και να καταλαβαίνω στ’αλήθεια από νωρίτερα, πως δε θα είχα καλή κατάληξη αν το έκανα.»
«Χα! Νομίζω πως θα κατατάξω την αυτοσυγκράτησή σου στα μεγαλύτερά μου κατορθώματα!»
«Ε, όχι δα.»
«Ε, μα άκου που σου λέω, νεαρή μου.»
«Άρα, θα με τραγουδάνε οι Ανεράδες;» κάγχασε διστακτικά η Μόρβεν.
«Καλά, ας μην το παρακάνουμε. Θα συνεχίσω τώρα.»
«Παρακαλώ, συνέχισε.»
«Ω, σε ευχαριστώ πολύ.»
«Δεν κάνει τίποτα, χαρά μου» ανταπάντησε η Μόρβεν και ξανατυλίχτηκε στην κουβέρτα της, χαμογελώντας παιχνιδιάρικα.
Η γυναίκα την κοίταξε έκπληκτη για μια στιγμή. Μα αμέσως, χαμογέλασε κι εκείνη συνωμοτικά.
***
Η Άρτις γούρλωσε τα μάτια της, καταλαβαίνοντας ποια ήταν αυτή που έβλεπε. Και αμέσως το μυαλό της θόλωσε ξανά από την απίστευτη εικόνα.
«Να φύγω; Πού να πάω; Πού είμαι;»
«Είσαι εκεί που ήθελες να πας. Μα πρέπει να επιστρέψεις εκεί απ’όπου ήθελες να φύγεις.»
«Ήθελα να πάω... στο Πράσινο Νησί ήθελα να πάω. Είμαι στο Πράσινο Νησί!;» φώναξε τα τελευταία λόγια ενθουσιασμένη και σηκώθηκε παραπατώντας, κοιτώντας σαν ξελιγωμένη το τοπίο γύρω της.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και την έριξε πάλι πίσω στην πρύμνη της βάρκας.
«Είσαι και πρέπει να φύγεις. Κανένας άνθρωπος δε μπορεί να πατήσει το πόδι του εδώ.»
«Μα θυσίασα τα πάντα για να φτάσω εδώ!»
«Κακώς. Ξέρεις πολύ καλά τους κανόνες.»
«Οι κανόνες λένε πως δε μπορεί κανείς θνητός να βρει φτάσει στο νησί. Αλλά εγώ το βρήκα! Και έφτασα στις όχθες του! Δε μετράει σε κάτι αυτό;»
«Σε τι να μετρήσει;»
«Στο ότι κατάφερα το ακατόρθωτο! Δεν έχω δικαίωμα να κάτσω, έστω και για λίγο;»
«Όχι βέβαια. Ποιος κανόνας το λέει αυτό;»
«Δεν ξέρω, μα-»
«Σου λέω εγώ, που ξέρω. Πρέπει να φύγεις. Και μεγάλη χάρη σου έκανα, που άφησα την έναρξη του χειμώνα μου για να σε προλάβω πριν πατήσεις στην αμμουδιά.»
«Μα δεν υπάρχει τίποτα και κανείς να με περιμένει, αν γυρίσω! Σε παρακαλώ! Η ζωή μου ήταν μια μεγάλη δυστυχία, δεν έχω τίποτε άλλο από αυτό το όνειρο!»
«Είσαι πολύ ανόητη που είχες αυτό το όνειρο ως μοναδική ελπίδα για τη δυστυχισμένη σου ζωή. Με εντυπωσίασε η γενναιότητα σου στον ωκεανό, αλλά ίσως και να μην έπρεπε να σε βοηθήσω αν έχεις τόσο λίγο μυαλό μέσα στο κεφάλι σου.»
«Μα σε τι περιμένεις να ελπίζω, αν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν;»
«Μια νεαρή γυναίκα κουμάνταρε μόνη της τα άπατα, καταραμένα νερά του βορρά και δε μπορεί να κουμαντάρει μια θνητή ζωή;»
«Πώς να την κουμαντάρω αν οι άλλοι γύρω μου με πολεμούν συνέχεια;»
«Να βρεις διαφορετικούς άλλους γύρω σου. Να πας αλλού από εκεί που είσαι, δεν είσαι δέντρο.»
«Όλα εύκολα τα έχετε εσείς οι θεοί.»
«Χα! Εύκολο νομίζεις ήταν να έρθω εδώ πριν την ώρα μου για να γλιτώσω την αφεντιά σου!; Και χωρίς να μας καταλάβει και τις δυο ο πρίγκηπας Άνγκους!; Με περιμένουν οι Ιερές Φλόγες της Συγκομιδής, με περιμένει η Δίνη να πλύνω το ύφασμά μου και να απλώσω τα χιόνια, με περιμένουν οι ουρανοί να κλείσω τον καιρό και η γη να παγώσω το δέρμα της!»
«Ναι, είμαι σίγουρη ότι υποφέρεις.»
«Κι εγώ είμαι σίγουρη ότι κι εσύ υποφέρεις. Όμως τα κατάφερες κι έφτασες μέχρι εδώ.»
«Κατά τύχη. Είχα λιποθυμίσει πολύ πριν με φέρει η θάλασσα σε αυτήν την ακτή.»
«Λιποθύμισες, μόνο αφού κατάφερες να δαμάσεις τα κύματα με την ψωροβαρκούλα σου και μόνο αφού κούρασες τις μαγικές Ομίχλες γύρω από το νησί και σταμάτησαν να προσπαθούν να σου ξεφύγουν. Ξέρεις πόσοι θνητοί το έχουν καταφέρει αυτό πριν από εσένα; Κανένας.»
«Μπράβο μου λοιπόν» μουρμούρισε η Άρτις και άρχισε να κλαίει πνιχτά.
«Λίγο το έχεις αυτό, μικρή ανόητη!;» φώναξε η γυναίκα. «Τι άλλο μπορεί να σου αντισταθεί σε αυτόν τον κόσμο, τώρα που και το ίδιο το Πράσινο Νησί σου παραδώθηκε!;»
«Μα δε-δε μπορώ να πατήσω τα χώματά του.»
«Έχει σημασία; Μπορείς να πατήσεις τα χώματα ολόκληρου του κόσμου έξω από’δω.»
«Μα εδώ ήθελα να έρθω.»
«Όχι βέβαια. Η απελπισία σε έφερε εδώ. Κι αν κατάφερες να επιζήσεις την ανεξέλεγκτη απελπισία, μπορείς τώρα να την βάλεις στην άκρη και να καταφέρεις και όλα τα υπόλοιπα που δεν πίστευες ότι θα καταφέρεις πριν.»
«Μου τα λες όλα αυτά γιατί θες να με κάνεις να φύγω από εδώ.»
«Προφανώς. Έχω και δουλειές. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι αλήθεια.»
«Πώς θα επιζήσω πάλι τον ωκεανό;»
«Με τις ικανότητες και το σκαρί σου, που στο έφτιαξα σαν καινούριο.»
«Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να ξεκινάς τη ζωή σου από την αρχή. Κάπου όπου είσαι ολότελα ξένη και μόνη.»
Ξαφνικά, το ύφος της γυναίκας σοβάρεψε και σκλήρυνε. Χτύπησε το Ραβδί της στην αμμουδιά και κάπου στο βάθος του ουρανού, πέρα από τις Ομίχλες, ακούστηκε το λυπητερό αλύχτισμα ενός μοναχικού λύκου.
«Όχι νεαρή μου» είπε αυστηρά. «Εσύ δεν έχεις ιδέα. Εσύ δεν ξεκουνήθηκες ποτέ από εκεί που φύτρωσες. Θες να ακούσεις μια ιστορία;»
Η Άρτις έγειρε προς τα πίσω, φοβισμένη.
«Νόμιζα πως έπρεπε να φύγουμε.»
«Πρέπει. Αλλά έχουμε λίγο χρόνο για την ιστορία.»
Η Άρτις τεντώθηκε βιαστικά και τράβηξε το σχοινί για να απλώσει το πανί της βάρκας.
«Όχι, δε χρειάζεται» είπε κοφτά. «Το κατάλαβα, θα φύγω.»
«Και βέβαια χρειάζεται. Δε θέλω να καταλάβεις ότι πρέπει να φύγεις, αυτό θα γίνει είτε το θες είτε όχι. Θέλω να καταλάβεις ότι πρέπει να ζήσεις» απάντησε η γυναίκα και χαμογέλασε συνωμοτικά.
Και ύστερα, κλείδωσε τον χρόνο γύρω τους.
συνεχίζεται
Comments
Post a Comment