Μπάιρα
Πρώτη νύχτα του Σόουιν, Σκωτία
Η Μόρβεν βρέθηκε ξαφνικά σ’ενα έρημο μέρος, σκοτεινό και θολωμένο από μια βαθιά νύχτα με υγρή ομίχλη. Δεν ένιωθε κρύο, παρ’όλο που δεν είχε πια την παχιά της κουβέρτα ούτε το μάλλινο παλτό της.
«Τι συνέβη;» μονολόγησε ήρεμα, τόσο συνεπαρμένη που δεν είχε προλάβει να νιώσει πανικό.
«Πού είμαι;» ρώτησε μια άλλη φωνή κοντά της.
Γύρισε το κεφάλι της και είδε, μερικά βήματα μακριά της, μια αφύσικα πανύψηλη και μεγαλόσωμη γυναίκα, με κατάλευκα μακριά μαλλιά και δέρμα που γυάλιζε γαλάζιο και ραγισμένο σαν αρχαίος παγετώνας, να στέκεται ζαρωμένη και φοβισμένη, κοιτώντας νευρικά γύρω της.
«Μόλις έφτασε σε αυτά τα μέρη» είπε η ηλικιωμένη από το Καλλόντεν, που στεκόταν ξαφνικά πίσω από τη Μόρβεν.
«Ποια είναι; Πού είμαστε;»
«Δεν είχε ιδέα τι της συνέβαινε» συνέχισε η ηλικιωμένη αγνοώντας την. «Μια μέρα και κάποιον μακρινό, ξεχασμένο αιώνα, ο προηγούμενος εαυτός της βρισκόταν στην πανάρχαια, καλοκαιρινή Ιβερία· κι ύστερα, την επόμενη νύχτα και μια χιλιετία αργότερα, μια κάποια λησμονημένη εποχή, η καινούρια της μορφή πήρε σάρκα και οστά πάνω σε αυτή τη σκληρή, αφιλόξενη γη, μαζί με τους ανθρώπους που μετανάστευσαν και την κουβάλησαν μαζί τους, στις ιστορίες και τις λέξεις και τα μάγια τους. Όλοι νομίζετε ότι είμαστε παντοδύναμοι, αλλά δεν έχετε ιδέα πόσο μας πλάθετε και ορίζετε τις μοίρες μας, πόσο περισσότερο απ’όσο νομίζετε πως πειράζουμε εμείς τις δικές σας.»
Η Μόρβεν παρατήρησε τα ελαφριά, λασπωμένα ρούχα της άγνωστης γυναίκας· κι αμέσως μετά, τα δυο λαμπερά, γαλάζια μάτια της, σα μακρινά αστέρια στον σκοτεινό ουρανό.
«Είναι εσύ;»
«Δεν είχε ιδέα πώς είναι να ξεκινάς τη ζωή σου από την αρχή. Κάπου όπου ήταν ολότελα ξένη και μόνη. Αλλαγμένη και ξανασχηματισμένη από τους θνητούς για πολλοστή φορά, για να ταιριάξει στη νέα τους γη· προορισμένη να την κυβερνά και να έχει την ευθύνη του καινούριου τόπου, του τόπου του λαού σου, πριν ακόμα μάθει τους ήχους του ονόματός του.»
«Είναι εσύ, σωστά; Μια παλιά μορφή σου;»
«Είναι η Μπάιρα.»
«Η πρώτη Κάλιαχ» ψιθύρισε η Μόρβεν, σα μαγεμένη. «Η Γυναίκα με την Κουκούλα, η Γαλάζια Γριά.»
Η ηλικιωμένη κάγχασε υποτιμητικά.
«Η Βασίλισσα του Χειμώνα!» είπε δυνατά και περήφανα. «Η Γλύπτρια του Κόσμου, η Θεά του Καιρού και των Οστών, η Μητέρα των Θεών και Πρόγονος Όλων.»
«Δεν έχει ακόμα κάπα και κουκούλα» μονολόγησε λυπημένα η νεαρή, βλέποντας την ελαφροντυμένη γυναίκα να τρέμει από το κρύο.
Η ηλικιωμένη σήκωσε το Ραβδί της και το χτύπησε στις πέτρες. Ένα μεγάλο, λεπτό κομμάτι γης, καλυμμένο από βρύα και λάσπη ανασηκώθηκε από τη θέση του σα δέρμα από τη σάρκα. Πέταξε και στριφογύρισε, στέγνωσε και σκούρυνε· και ύστερα προσγειώθηκε μαλακά στους ώμους και το κεφάλι της Μπάιρα.
«Τώρα έχει» είπε ικανοποιημένη.
«Ήσουν εσύ που τη βοήθησες να επιβιώσει εδώ;»
«Ήταν η ίδια που βοήθησε τον εαυτό της» απάντησε προσβεβλημένη η ηλικιωμένη.
«Και το Ραβδί της;»
«Πρώτα ήρθε το Σφυρί της.»
«Για να φτιάξει τα σπίτια των Γιγάντων παιδιών της;»
«Χα! Όχι βέβαια.»
«Αλλά γιατί;»
«Για να εκτονωθεί νεαρή μου» είπε η ηλικιωμένη χαμογελώντας πλατιά.
Και η Μόρβεν είδε τη γυναίκα να ουρλιάζει με οργή και να αρπάζει έναν σωρό από τεράστιες κοτρώνες, που έλιωσαν στα χέρια της καθώς τις σήκωνε ψηλά· και πριν προλάβει να τις ρίξει με θυμό πάλι κάτω, είχαν μεταμορφωθεί σ’ένα σφυρί απίθανου μεγέθους που χτύπησε το έδαφος και τράνταξε ολόκληρη τη γη γύρω τους – ίσως και τη γη ολόκληρου του κόσμου.
Ο τόπος εξερράγη και ανακατεύτηκε. Τα σπλάχνα του αναποδογύρισαν, έβρασαν και ξανακρύωσαν· και η χιονισμένη νύχτα γέμισε λόφους και βουνά, πλαγιές και φαράγγια.
«Εύγε» είπε χαμηλόφωνα η ηλικιωμένη.
«Γιατί με έφερες εδώ;» ρώτησε η Μόρβεν έντρομη – παρ’όλο που δεν επηρρεάστηκαν διόλου από τη μυθική καταστροφή και δημιουργία γύρω τους.
«Ήθελα απλά να σου πω μια ιστορία.»
«Τους ξέρω τους θρύλους. Και είπες πολλές ιστορίες.»
«Και όλες για τους ανθρώπους πίσω από τους θρύλους.»
«Τρελαίνομαι... απλά, τρελαίνομαι. Εκείνο το τελευταίο τσιγαριλίκι το απόγευμα μου πείραξε το μυαλό» μουρμούρισε και πισωπάτησε στις πέτρες.
«Καθόλου, σε διαβεβαιώ. Απλά... χορεύατε πάνω στους νεκρούς σας, χωρίς να χορεύετε για χάρη τους. Δεν είναι ωραίο αυτό· ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω αυτό.»
«Ακόμα δε με έχουν πάρει χαμπάρι οι υπόλοιποι; Σίγουρα έχω πάθει κάποια κρίση, δε με βλέπουν...;» ψέλισσε η Μόρβεν και προσπάθησε να απομακρυνθεί από την ηλικιωμένη.
«Μόρβεν.»
«Πρέπει να ξυπνήσω, πρέπει να συνέλθω...»
«Μόρβεν!»
«Τι!;»
«Πάψε και άκου.»
«Πρέπει να φύγω από εδώ, πρέπει να ξυπνήσω!»
«Μόρβεν, πάψε!» φώναξε και η γυναίκα και την άρπαξε από το χέρι. «Και άκου.»
Έμεινε απολύτως σιωπηλή και ακίνητη για λίγες στιγμές. Και ύστερα-
Άκουσε άλλες φωνές. Ανθρώπινες φωνές. Τραγούδια.
Γύρισε το κεφάλι της προς όλες τις κατευθύνσεις. Είδε φως στα βόρεια. Φλόγες, που χόρευαν στο σκοτάδι.
«Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε.
«Οι άνθρωποι πίσω από τους θρύλους, Μόρβεν.»
Ένα μικρό πλήθος τις πλησίαζε αργά ανεβαίνοντας τον μικρό λόφο, στην κορφή του οποίου στέκονταν τώρα. Κι όσο προχωρούσε το πλήθος, τόσο ψήλωνε ο λόφος. Κι όσο φούντωναν οι ιερές φλόγες και τα τραγούδια, τόσο ξεφύτρωνε και το βουνό.
«Η πρώτη γιορτή της Συγκομιδής στον τόπο σου.»
«Αλήθεια;»
«Το παρελθόν και οι νεκροί σου. Δεν είναι φαντάσματα για να σας διασκεδάζουν.»
«Είναι η θυσία» είπε η Κλεμεντίνα Κάμπελ, που εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα τους.
«Η αγάπη» πετάχτηκε η Ντίρντρα πίσω τους.
«Είναι ο θρήνος» μονολόγησε θλιμμένα η Ιόνα, καθισμένη μπροστά τους.
«Και η συμπόνοια!» φώναξε εύθυμα η Μπρούντα, χοροπηδώντας γύρω τους.
«Είναι η γενναιότητα» είπε αυστηρά η Άρτις, σκαρφαλώνοντας τις τελευταίες πέτρες του βουνού για να σταθεί κοντά τους.
«Και όλα όσα ποτίζετε τη γη και τους θεούς, εσείς οι άνθρωποι» συμπλήρωσε η Μπάιρα, καθισμένη σ’έναν πέτρινο θρόνο στην κορυφή του Σιχάλιαν.
Η Κάλιαχ της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Είμαστε όλοι μαζί, καθημερινοί άνθρωποι και μικροί θεοί, νεκροί και ζωντανοί και όλα τα ανάμεσα, Μόρβεν· όλοι αληθινοί και θρυλικοί, ανάλογα τα στριφογυρίσματα των αιώνων. είμαστε η Ιστορία πίσω από τις ιστορίες. Δεν είσαι φάντασμα για τη διασκέδαση κάποιου μακρινού απογόνου.»
Ξαφνικά, ο χρόνος ξεκλείδωσε.
Και η Μόρβεν βρέθηκε να κλαίει πνιχτά, όσο οι φίλοι της προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν χωρίς να καταλαβαίνουν τι της συνέβαινε.
Μια άγνωστη, ηλικιωμένη γυναίκα την κρατούσε στην αγκαλιά της και της χάιδευε τα μαλλιά, ενώ μουρμούριζε ότι πρέπει να φύγει για το Κορυβρέκαν και να φέρει τα χιόνια.
Ένας μεγαλόσωμος σκύλος παραπίσω, αλυχτούσε σα μοναχικός λύκος.
Μια μαγκούρα παρατημένη στο έδαφος κοντά στην παρέα, τρανταζόταν ανεπαίσθητα, προκαλώντας διακοπή ρεύματος σε όλη την περιοχή.
Ένα κοπάδι από ελάφια είχε βγει από τα πρώτα δέντρα του δάσους και περίμεναν, κουνώντας ανυπόμονα τα πόδια τους, τραβώντας την προσοχή όλων των παρευρισκομένων που είχαν κοκκαλώσει και τα κοιτούσαν σα μαγεμένοι.
Και, επιτέλους, όλα τα εκτυφλωτικά φώτα είχαν σβήσει και όλοι είχαν σιωπήσει, αυτή τη νύχτα της τελευταίας Συγκομιδής και του ερχομού του Χειμώνα· αυτή τη νύχτα των νεκρών και των θεών, των ανθρώπων και των πλασμάτων, της ξεκούρασης της γης και της περισυλλογής.
Η Μόρβεν βρέθηκε ξαφνικά σ’ενα έρημο μέρος, σκοτεινό και θολωμένο από μια βαθιά νύχτα με υγρή ομίχλη. Δεν ένιωθε κρύο, παρ’όλο που δεν είχε πια την παχιά της κουβέρτα ούτε το μάλλινο παλτό της.
«Τι συνέβη;» μονολόγησε ήρεμα, τόσο συνεπαρμένη που δεν είχε προλάβει να νιώσει πανικό.
«Πού είμαι;» ρώτησε μια άλλη φωνή κοντά της.
Γύρισε το κεφάλι της και είδε, μερικά βήματα μακριά της, μια αφύσικα πανύψηλη και μεγαλόσωμη γυναίκα, με κατάλευκα μακριά μαλλιά και δέρμα που γυάλιζε γαλάζιο και ραγισμένο σαν αρχαίος παγετώνας, να στέκεται ζαρωμένη και φοβισμένη, κοιτώντας νευρικά γύρω της.
«Μόλις έφτασε σε αυτά τα μέρη» είπε η ηλικιωμένη από το Καλλόντεν, που στεκόταν ξαφνικά πίσω από τη Μόρβεν.
«Ποια είναι; Πού είμαστε;»
«Δεν είχε ιδέα τι της συνέβαινε» συνέχισε η ηλικιωμένη αγνοώντας την. «Μια μέρα και κάποιον μακρινό, ξεχασμένο αιώνα, ο προηγούμενος εαυτός της βρισκόταν στην πανάρχαια, καλοκαιρινή Ιβερία· κι ύστερα, την επόμενη νύχτα και μια χιλιετία αργότερα, μια κάποια λησμονημένη εποχή, η καινούρια της μορφή πήρε σάρκα και οστά πάνω σε αυτή τη σκληρή, αφιλόξενη γη, μαζί με τους ανθρώπους που μετανάστευσαν και την κουβάλησαν μαζί τους, στις ιστορίες και τις λέξεις και τα μάγια τους. Όλοι νομίζετε ότι είμαστε παντοδύναμοι, αλλά δεν έχετε ιδέα πόσο μας πλάθετε και ορίζετε τις μοίρες μας, πόσο περισσότερο απ’όσο νομίζετε πως πειράζουμε εμείς τις δικές σας.»
Η Μόρβεν παρατήρησε τα ελαφριά, λασπωμένα ρούχα της άγνωστης γυναίκας· κι αμέσως μετά, τα δυο λαμπερά, γαλάζια μάτια της, σα μακρινά αστέρια στον σκοτεινό ουρανό.
«Είναι εσύ;»
«Δεν είχε ιδέα πώς είναι να ξεκινάς τη ζωή σου από την αρχή. Κάπου όπου ήταν ολότελα ξένη και μόνη. Αλλαγμένη και ξανασχηματισμένη από τους θνητούς για πολλοστή φορά, για να ταιριάξει στη νέα τους γη· προορισμένη να την κυβερνά και να έχει την ευθύνη του καινούριου τόπου, του τόπου του λαού σου, πριν ακόμα μάθει τους ήχους του ονόματός του.»
«Είναι εσύ, σωστά; Μια παλιά μορφή σου;»
«Είναι η Μπάιρα.»
«Η πρώτη Κάλιαχ» ψιθύρισε η Μόρβεν, σα μαγεμένη. «Η Γυναίκα με την Κουκούλα, η Γαλάζια Γριά.»
Η ηλικιωμένη κάγχασε υποτιμητικά.
«Η Βασίλισσα του Χειμώνα!» είπε δυνατά και περήφανα. «Η Γλύπτρια του Κόσμου, η Θεά του Καιρού και των Οστών, η Μητέρα των Θεών και Πρόγονος Όλων.»
«Δεν έχει ακόμα κάπα και κουκούλα» μονολόγησε λυπημένα η νεαρή, βλέποντας την ελαφροντυμένη γυναίκα να τρέμει από το κρύο.
Η ηλικιωμένη σήκωσε το Ραβδί της και το χτύπησε στις πέτρες. Ένα μεγάλο, λεπτό κομμάτι γης, καλυμμένο από βρύα και λάσπη ανασηκώθηκε από τη θέση του σα δέρμα από τη σάρκα. Πέταξε και στριφογύρισε, στέγνωσε και σκούρυνε· και ύστερα προσγειώθηκε μαλακά στους ώμους και το κεφάλι της Μπάιρα.
«Τώρα έχει» είπε ικανοποιημένη.
«Ήσουν εσύ που τη βοήθησες να επιβιώσει εδώ;»
«Ήταν η ίδια που βοήθησε τον εαυτό της» απάντησε προσβεβλημένη η ηλικιωμένη.
«Και το Ραβδί της;»
«Πρώτα ήρθε το Σφυρί της.»
«Για να φτιάξει τα σπίτια των Γιγάντων παιδιών της;»
«Χα! Όχι βέβαια.»
«Αλλά γιατί;»
«Για να εκτονωθεί νεαρή μου» είπε η ηλικιωμένη χαμογελώντας πλατιά.
Και η Μόρβεν είδε τη γυναίκα να ουρλιάζει με οργή και να αρπάζει έναν σωρό από τεράστιες κοτρώνες, που έλιωσαν στα χέρια της καθώς τις σήκωνε ψηλά· και πριν προλάβει να τις ρίξει με θυμό πάλι κάτω, είχαν μεταμορφωθεί σ’ένα σφυρί απίθανου μεγέθους που χτύπησε το έδαφος και τράνταξε ολόκληρη τη γη γύρω τους – ίσως και τη γη ολόκληρου του κόσμου.
Ο τόπος εξερράγη και ανακατεύτηκε. Τα σπλάχνα του αναποδογύρισαν, έβρασαν και ξανακρύωσαν· και η χιονισμένη νύχτα γέμισε λόφους και βουνά, πλαγιές και φαράγγια.
«Εύγε» είπε χαμηλόφωνα η ηλικιωμένη.
«Γιατί με έφερες εδώ;» ρώτησε η Μόρβεν έντρομη – παρ’όλο που δεν επηρρεάστηκαν διόλου από τη μυθική καταστροφή και δημιουργία γύρω τους.
«Ήθελα απλά να σου πω μια ιστορία.»
«Τους ξέρω τους θρύλους. Και είπες πολλές ιστορίες.»
«Και όλες για τους ανθρώπους πίσω από τους θρύλους.»
«Τρελαίνομαι... απλά, τρελαίνομαι. Εκείνο το τελευταίο τσιγαριλίκι το απόγευμα μου πείραξε το μυαλό» μουρμούρισε και πισωπάτησε στις πέτρες.
«Καθόλου, σε διαβεβαιώ. Απλά... χορεύατε πάνω στους νεκρούς σας, χωρίς να χορεύετε για χάρη τους. Δεν είναι ωραίο αυτό· ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω αυτό.»
«Ακόμα δε με έχουν πάρει χαμπάρι οι υπόλοιποι; Σίγουρα έχω πάθει κάποια κρίση, δε με βλέπουν...;» ψέλισσε η Μόρβεν και προσπάθησε να απομακρυνθεί από την ηλικιωμένη.
«Μόρβεν.»
«Πρέπει να ξυπνήσω, πρέπει να συνέλθω...»
«Μόρβεν!»
«Τι!;»
«Πάψε και άκου.»
«Πρέπει να φύγω από εδώ, πρέπει να ξυπνήσω!»
«Μόρβεν, πάψε!» φώναξε και η γυναίκα και την άρπαξε από το χέρι. «Και άκου.»
Έμεινε απολύτως σιωπηλή και ακίνητη για λίγες στιγμές. Και ύστερα-
Άκουσε άλλες φωνές. Ανθρώπινες φωνές. Τραγούδια.
Γύρισε το κεφάλι της προς όλες τις κατευθύνσεις. Είδε φως στα βόρεια. Φλόγες, που χόρευαν στο σκοτάδι.
«Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε.
«Οι άνθρωποι πίσω από τους θρύλους, Μόρβεν.»
Ένα μικρό πλήθος τις πλησίαζε αργά ανεβαίνοντας τον μικρό λόφο, στην κορφή του οποίου στέκονταν τώρα. Κι όσο προχωρούσε το πλήθος, τόσο ψήλωνε ο λόφος. Κι όσο φούντωναν οι ιερές φλόγες και τα τραγούδια, τόσο ξεφύτρωνε και το βουνό.
«Η πρώτη γιορτή της Συγκομιδής στον τόπο σου.»
«Αλήθεια;»
«Το παρελθόν και οι νεκροί σου. Δεν είναι φαντάσματα για να σας διασκεδάζουν.»
«Είναι η θυσία» είπε η Κλεμεντίνα Κάμπελ, που εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα τους.
«Η αγάπη» πετάχτηκε η Ντίρντρα πίσω τους.
«Είναι ο θρήνος» μονολόγησε θλιμμένα η Ιόνα, καθισμένη μπροστά τους.
«Και η συμπόνοια!» φώναξε εύθυμα η Μπρούντα, χοροπηδώντας γύρω τους.
«Είναι η γενναιότητα» είπε αυστηρά η Άρτις, σκαρφαλώνοντας τις τελευταίες πέτρες του βουνού για να σταθεί κοντά τους.
«Και όλα όσα ποτίζετε τη γη και τους θεούς, εσείς οι άνθρωποι» συμπλήρωσε η Μπάιρα, καθισμένη σ’έναν πέτρινο θρόνο στην κορυφή του Σιχάλιαν.
Η Κάλιαχ της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Είμαστε όλοι μαζί, καθημερινοί άνθρωποι και μικροί θεοί, νεκροί και ζωντανοί και όλα τα ανάμεσα, Μόρβεν· όλοι αληθινοί και θρυλικοί, ανάλογα τα στριφογυρίσματα των αιώνων. είμαστε η Ιστορία πίσω από τις ιστορίες. Δεν είσαι φάντασμα για τη διασκέδαση κάποιου μακρινού απογόνου.»
Ξαφνικά, ο χρόνος ξεκλείδωσε.
Και η Μόρβεν βρέθηκε να κλαίει πνιχτά, όσο οι φίλοι της προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν χωρίς να καταλαβαίνουν τι της συνέβαινε.
Μια άγνωστη, ηλικιωμένη γυναίκα την κρατούσε στην αγκαλιά της και της χάιδευε τα μαλλιά, ενώ μουρμούριζε ότι πρέπει να φύγει για το Κορυβρέκαν και να φέρει τα χιόνια.
Ένας μεγαλόσωμος σκύλος παραπίσω, αλυχτούσε σα μοναχικός λύκος.
Μια μαγκούρα παρατημένη στο έδαφος κοντά στην παρέα, τρανταζόταν ανεπαίσθητα, προκαλώντας διακοπή ρεύματος σε όλη την περιοχή.
Ένα κοπάδι από ελάφια είχε βγει από τα πρώτα δέντρα του δάσους και περίμεναν, κουνώντας ανυπόμονα τα πόδια τους, τραβώντας την προσοχή όλων των παρευρισκομένων που είχαν κοκκαλώσει και τα κοιτούσαν σα μαγεμένοι.
Και, επιτέλους, όλα τα εκτυφλωτικά φώτα είχαν σβήσει και όλοι είχαν σιωπήσει, αυτή τη νύχτα της τελευταίας Συγκομιδής και του ερχομού του Χειμώνα· αυτή τη νύχτα των νεκρών και των θεών, των ανθρώπων και των πλασμάτων, της ξεκούρασης της γης και της περισυλλογής.
Comments
Post a Comment