Μπεν Χρούχαν

Νύχτα του Σόουιν, 1166 Κ.Ε.

    Η Ντίρντρα βολεύτηκε ανάμεσα στους βράχους, στρώνοντας και τεντώνοντας την παχιά της γούνα, για να μη βραχούν τα ρούχα της από την υγρασία και την παγωνιά.
Τόλμησε μια ματιά προς τα βάθη του δάσους.
Οι φωνές και τα φώτα από τους δαυλούς των Δρυίδων, που έψελναν και χόρευαν στο κοντινότερο ξέφωτο, έσκιζαν τη νύχτα και τη σιωπή εδώ και ώρα, σκορπίζοντας το βαρύ πέπλο του Σόουιν σε όλη την περιοχή. Ακόμα πιο μακριά, πέρα από το δάσος, οι άνθρωποι από τα γύρω χωριά περίμεναν υπομονετικά στην κορυφή του λόφου για το άναμμα της Ιερής Φλόγας.
«Τα κατάφερες» είπε μια βαθιά, αντρική φωνή πίσω της, που της φάνηκε σα να αντηχούσε σε όλον τον κόσμο – μα η Ντίρντρα ήξερε πια, πως ήταν η μόνη που μπορούσε να την ακούσει.
Κράτησε, με πολύ κόπο, ακίνητο το σώμα της.
«Δεν έχεις αλλάξει απόψε» απάντησε, απογοητευμένη, στη φωνή.
«Δε θα ήταν σοφό να μιλήσω στη Μητέρα με τη θνητή μου μορφή.»
«Ναι, έχεις δίκιο.»
«Άλλωστε, αν τα καταφέρουμε, θα αλλάξεις εσύ.»
«Κι αν όχι;»
«Αν όχι...» έσβησε η φωνή κι ένας παγωμένος άνεμος τρύπωσε μέσα στη γούνα και τύλιξε τα ίδια τα κόκκαλα κάτω από τη σάρκα της. «Τότε θα έρθω εγώ κοντά σου, σαν άνθρωπος. Μια και καλή.»
«Δεν ακούγεσαι πολύ σίγουρος.»
«Είμαι σίγουρος πως σε αγαπώ. Μα δεν ξέρω στ’αλήθεια πώς είναι η θνητή ζωή, πέρα από την αγάπη μας.»
«Θα σου μάθω εγώ.»
«Δεν αμφιβάλλω. Μα με φοβίζουν όσα ξέρω για τις ζωές των ανθρώπων.»
«Κι εμένα το ίδιο, όσα δεν ξέρω για τις ζωές των θεών.»
«Άρα... κι εσύ δεν είσαι σίγουρη γι’αυτό που πάμε να κάνουμε.»
«Είμαι σίγουρη πως σε αγαπώ» είπε και εκείνη.
Και δε μίλησαν άλλο.
Και η Ντίρντρα έμεινε για ώρα ανάμεσα στους βράχους, κρυμμένη από τους ανθρώπους, παρέα με την αόρατη παγωνιά που της πονούσε τα κόκκαλα μα της ζέσταινε την καρδιά.
Λίγη ώρα μετά, οι Δρυίδες σταμάτησαν τα τραγούδια και τα μάγια τους· και οι φλόγες των δαυλών απομακρύνθηκαν και φάνηκαν να χοροπηδούν μέσα στο σκοτάδι και να μικραίνουν, πορευόμενες προς τον λόφο.
Μια εκτυφλωτική αστραπή φώτισε τον ουρανό.
«Ήρθε. Πάμε;» είπε η φωνή.
Πάμε, σκέφτηκε η Ντίρντρα και σηκώθηκε από τη θέση της.
    Περπάτησε γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση των ανθρώπων. Βυθίστηκε στα άγρια δέντρα και φυτά, μπλέχτηκε στις κλιματσίδες και τις πέτρες μακριά από τα μονοπάτια του δάσους, ακολουθώντας μια απροσδιόριστη, πυκνή ομίχλη που χόρευε και στροβιλιζόταν στους νυχτερινούς αγέρηδες.
    Σύντομα, το έδαφος ανηφόρισε και στέρεψε από ψηλά δέντρα. Η Ντίρντρα ανέβαινε τώρα το Μπεν Χρούχαν, το ψηλότερο βουνό της περιοχής. Βγήκε πάνω από το δάσος, μα συνέχισε να σκύβει και να κρύβεται στους θάμνους που έβρισκε στον δρόμο της, καταλαβαίνοντας με την άκρη του ματιού της την Ιερή Φλόγα που φούντωνε στον λόφο και χρωμάτιζε το σκούρο του ουρανού πίσω της και νιώθοντας τον φόβο της ανθρώπινης φύσης να κυριεύει τις σκέψεις της. Είχε φύγει απ’όλους. Είχε εγκαταλείψει όσα ήξερε. Και το είχε κάνει τη συγκεκριμένη νύχτα· εκείνη, που δεν είχε λείψει από κανένα Σόουιν όσο ζούσε και φρόντιζε πάντα να συμμετέχει ενεργά τόσο στις προετοιμασίες όσο και στην ίδια τη γιορτή. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και το βήμα της κόμπιασε.
«Φτάσαμε» είπε η φωνή και την τρόμαξε λίγο.
Τέντωσε έκπληκτη το σώμα της και κοίταξε ψηλότερα, προς την κορφή του Μπεν Χρούχαν, χαμένη ακόμα μέσα στο σκοτάδι και τα χαμηλά σύννεφα.
Άλλη μια αστραπή έλαμψε· τόσο κοντά της, που την έκανε να πεταχτεί και να πισωπατήσει άγαρμπα. Έπεσε πάνω σε έναν χαμηλό θάμνο. Σηκώθηκε γρήγορα και έφτιαξε τα ρούχα και τη γούνα της. Και ήταν τότε, που είδε ξαφνικά μια γυναίκα να κάθεται σ’έναν βράχο λίγο παραπάνω, μόλις λίγα μέτρα μακριά της.
    Ήταν μεγαλόσωμη, με μακριά, λευκά μαλλιά. Φορούσε μια μακριά κάπα με κουκούλα και κρατούσε ένα τεράστιο σφυρί.

***

«-ώπα, ώπα. Από πού ήρθε το σφυρί; Ραβδί δεν κρατάτε;» ρώτησε η Μόρβεν, κουνώντας μπερδεμένη το κεφάλι της.
Η γυναίκα τίναξε τα χέρια της.
«Μα δεν είναι δυνατόν!» φώναξε εκνευρισμένη. «Πώς το κάνεις αυτό το πράγμα, αφού ξέρεις τώρα, αφού με πιστεύεις τώρα, έπρεπε απλά να ακούς την ιστορία!»
«Μα να μη ρωτήσω; Αφού μου εμφανίζετε κάτι άλλο από αυτό που ξέρω» επέμεινε η Μόρβεν, τρίβοντας τους κροτάφους της.
«Το Ραβδί μου είναι το Σφυρί μου και το Σφυρί μου το Ραβδί μου! Με το Ραβδί τραβάω τα νερά, με το Σφυρί ξυπνάω τις αστραπές!»
«Ωραία, τώρα ξέρω.»
«Σταμάτα να με διακόπτεις!»
«Μα αν θέλω να ρωτήσω κάτι άλλ-»
«-να πάψεις και να ακούσεις!» ξαναφώναξε η γυναίκα και τέντωσε το μπαστούνι της προς τη Μόρβεν, αγγίζοντας σχεδόν τη μύτη της. «Να πάψεις. Και να ακούσεις» επανέλαβε πιο ήρεμα και η φωνή της φάνηκε να αντηχεί σε όλον τον κόσμο.

***

    «Καλώς ήρθες Μητέρα» είπε η βαθιά αντρική φωνή.
«Όχι» απάντησε η λευκομαλλούσα γυναίκα.
«Τι όχι;»
«Όχι, σε οτιδήποτε έχεις σκεφτεί να μπλέξεις το κορίτσι εκεί πέρα.»
«Δε θέλω να την μπλέξω. Την αγαπώ και με αγαπά.»
«Χα! Πώς έγινε αυτό το καταπληκτικό;»
«Άγγιξε την καρδιά μου.»
«Και είπες να πνίξεις τη δική της;»
«Τον αγαπώ στ’αλήθεια!» φώναξε η Ντίρντρα και αμέσως γούρλωσε τα μάτια της και μαζεύτηκε στη θέση της.
    Η γυναίκα την κοίταξε έκπληκτη, αλλά χαμογέλασε. Σηκώθηκε και κατηφόρισε τις πέτρες σα να γλιστρούσε πάνω σε πάγο. Έφτασε δίπλα της και την παρατήρησε για λίγο αμίλητη.
«Είσαι υπέροχη. Ντίρντρα, σωστά;»
«Μ-μ-μάλιστα.»
«Υπέροχη, πράγματι. Κι αυτό το μυαλουδάκι μέσα στο κεφάλι σου δουλεύει γρήγορα και σωστά. Είμαι σίγουρη πως αν ζούσες σε άλλη εποχή, θα ήσουν ήδη αρχηγός της φατρίας σου. Πόσα χρόνια ζεις σε αυτή τη γη;»
«Πάνω από τριάντα. Κάτω από τριανταπέντε. Δε μπορούσαν να είναι πιο σίγουροι αυτοί που με βρήκαν.»
«Α! Είσαι Βρέφος Μονάχο! Βέβαια, έτσι εξηγείται.»
«Τι εξηγείται έτσι;»
«Δεν ξέρεις πού ανήκεις.»
«Και βέβαια ξέρω.»
«Εννοώ εδώ, κορίτσι» είπε η γυναίκα και πλησίασε τα ακροδάχτυλά της στο στήθος της Ντίρντρα. «Είχες παγωνιά στην καρδιά σου από πριν. Αυτό σε τράβηξε;» απηύθηνε τα τελευταία της λόγια στο κενό.
«Την αγαπώ για όλα όσα είναι» απάντησε η αντρική φωνή.
«Αχ, σε παρακαλώ, σταμάτα τις ανοησίες. Μέχρι κι εγώ πήρα τη μικρή μου μορφή για να μπορεί κι εκείνη να ακούσει τη συζήτησή μας. Δεν της αξίζει να περιμένει ανήμπορη σαν κουτάβι, μέχρι να αποφασίσουμε τη μοίρα της. Και σίγουρα δεν της αξίζει κάποιος που φοβάται να σταθεί δίπλα της σα σωστός σύντροφος.»
«Δε φοβόμουν ποτέ να σταθώ δίπλα της» είπε η φωνή – και η Ντίρντρα τον άκουσε ακριβώς από πίσω της, ένιωσε το ανθρώπινο χέρι του να αγκαλιάζει μαλακά τη μέση της, το κρύο του να ανατριχιάζει τη ραχοκοκκαλιά της. «Είπα μόνο να σεβαστώ τους κανόνες-»
«Χα! Ποιους κανόνες; Λένε κάπου οι κανόνες πως ένας Γίγαντας του Πάγου μπορεί να ζήσει με μια θνητή και δεν το θυμάμαι;»
«Θα μπορούσε εκείνη να ζήσει μαζί μου.»
«Όχι δε θα μπορούσε.»
«Είσαι η Μητέρα των Θεών. Είσαι η Μητέρα όλων μας. Σίγουρα ξέρεις πώς να το κάνεις να μπορεί να γίνει.»
«Υποτίθεται επίσης πως θα έπρεπε να μπορώ να σε εξουσιάζω ολοκληρωτικά, εσένα και τα αδέλφια σου. Μα, να που βρισκόμαστε εδώ, σε αυτήν τη κατάσταση. Το τι φαντάζεστε πως μπορώ να κάνω και το τι κάνω στ’αλήθεια, είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Ακόμα κι εγώ τα ανακαλύπτω και τα μαθαίνω όσο κυλάει ο χρόνος του κόσμου.»
«Γιατί να μπορώ να πάρω ανθρώπινη μορφή, αν δεν υπήρχε τρόπος να είμαστε μαζί;»
«Το τι κατάφερε να κάνει η δική σου μαγεία εξαιτίας της αγάπης, είναι δικό σου θέμα.»
«Μα τότε δεν έχουν σημασία οι κανόνες.»
«Δεν είπα ποτέ ότι κάποιος σαν εσένα δε μπορεί να αγαπήσει κάποιαν σαν εκείνη. Το να ζήσετε μαζί όμως, είναι αναπόφευκτα αδύνατον» είπε η γυναίκα και ύστερα τίναξε το κεφάλι της προς την κορφή του Μπεν Χρούχαν. «Είπα όχι γιατί είναι όχι. Και μην επιμένεις, γιατί θα με νευριάσεις και θα τσακωθούμε και θα ξεχάσω πάλι να βάλω την πέτρα στο πηγάδι του βουνού. Και θα τρέξουν πάλι τα νερά. Κι αν την προηγούμενη φορά, με την αφηρημάδα μου, έφτιαξα τη λίμνη εκεί κάτω...» έδειξε τη Λοχ Όο πίσω τους, στον μακρινό ορίζοντα, με τα νερά που γυάλιζαν σα μαύρο μετάξι κάτω από το λιγοστό φεγγάρι «... τώρα θα την κάνω θάλασσα και θα τους πνίξει όλους εδώ γύρω.»
«Με απειλείς Μητέρα;»
«Χα! Ξέρεις πολύ καλύτερα από το να μου αποδίδεις τέτοιες μικρότητες. Ποτέ δεν απειλώ κανέναν. Λέω και κάνω μόνο ό,τι ήταν, είναι και θα είναι.»
«Σας παρακαλώ!» φώναξε ξαφνικά η Ντίρντρα και έπεσε στα γόνατα. «Καταλαβαίνω πως κάποια σαν εσάς δεν καταλαβαίνει την αγάπη, αλλά σας εκλιπαρώ! Βρείτε μας έναν τρόπο!»
    Ξαφνικά, το βλέμμα της γυναίκας μαλάκωσε – και, φάνηκε της Ντίρντρα, συννέφιασε. Έσκυψε από πάνω της και σχεδόν τη χάιδεψε στο μάγουλο, αφήνοντας μόνο την κατάλευκη χαίτη της να τη σκεπάσει.
«Μακάρι, κορίτσι, να μην καταλάβαινα την αγάπη. Μακάρι να μπορούσα να την ξεχάσω, όπως ξεχνώ τις πέτρες στα πηγάδια των βουνών. Θέλεις να ακούσεις μια ιστορία;»
«Όχι Μητέρα! Θέλουμε μόνο να μας βοηθήσεις! Δεν έχεις χρόνο, πρέπει να κλείσεις τα νερά!»
«Κι εγώ, μπορώ μόνο να καθυστερήσω λίγο τα νερά για να πω την ιστορία, σα συμπόνοια για την αγάπη σας» ψιθύρισε η γυναίκα.
Και κλείδωσε τον χρόνο γύρω τους.


συνεχίζεται


Comments

Popular posts from this blog

Η Επανάσταση της Τσαγιέρας: Κεφάλαιο 20

Κάλιαχ

The Silent Suppers: The First